Η είδηση από την Πάτρα δεν είναι απλώς ένας αριθμός. Είναι ένα από τα πιο χαρακτηριστικά σημάδια ότι η ελληνική ανώτατη εκπαίδευση μπαίνει σε μια νέα, δύσκολη εποχή, όπου η επιτυχία στις Πανελλαδικές δεν σημαίνει πλέον αυτονόητα και εγγραφή στο πανεπιστήμιο. Περίπου 400 επιτυχόντες του 2026 δεν προχώρησαν τελικά στην εγγραφή τους στο Πανεπιστήμιο Πατρών, με τα αναλυτικότερα στοιχεία να κάνουν λόγο για 372 μη εγγραφές, δηλαδή περίπου 7,6% των επιτυχόντων.
Το ακόμη πιο ανησυχητικό στοιχείο είναι ότι το φαινόμενο δεν αφορά μόνο τμήματα χαμηλής ζήτησης. Σύμφωνα με τα στοιχεία που έδωσε ο Μεσσήνιος πρύτανης Χρήστος Μπούρας, (φωτο) 9 επιτυχόντες δεν εγγράφηκαν στην Ιατρική, ενώ στις πολυτεχνικές σχολές καταγράφηκαν σημαντικές απώλειες: 15 στους Μηχανολόγους και 14 στους Ηλεκτρολόγους Μηχανικούς και Τεχνολογίας Υπολογιστών. Σε άλλες δημοσιεύσεις αναφέρεται συνολικά περίπου 20 μη εγγραφές στα συγκεκριμένα δημοφιλή τμήματα.

Η εικόνα αποκτά ακόμη μεγαλύτερο βάρος αν δει κανείς τους αριθμούς σε σχέση με το σύνολο των εισακτέων. Το Πανεπιστήμιο Πατρών είχε περίπου 4.880-4.881 επιτυχόντες, επομένως οι 372 που δεν ολοκλήρωσαν την εγγραφή αντιστοιχούν σε περίπου έναν στους δεκατρείς εισαχθέντες.
Υπάρχει, ωστόσο, μια σημαντική διευκρίνιση. Δεν πρέπει να συγχέονται οι επιτυχόντες, όσοι έκαναν ηλεκτρονική εγγραφή μέσω της πλατφόρμας του Υπουργείου Παιδείας και όσοι ολοκλήρωσαν τελικά την εγγραφή τους στο ίδιο το πανεπιστήμιο. Πρόκειται για διαφορετικές καταγραφές. Το Υπουργείο είχε φέτος 63.609 εισαγόμενους συνολικά στην τριτοβάθμια εκπαίδευση από ΓΕΛ και ΕΠΑΛ, ενώ η ηλεκτρονική διαδικασία εγγραφών ολοκληρώθηκε στις 4 Σεπτεμβρίου.

Και εδώ βρίσκεται το πρώτο μεγάλο συμπέρασμα: μέχρι σήμερα δεν έχει δημοσιοποιηθεί από το Υπουργείο Παιδείας ένα ενιαίο, επίσημο πανελλαδικό ποσοστό για το πόσοι από τους επιτυχόντες του 2026 δεν ολοκλήρωσαν την εγγραφή τους στα ΑΕΙ. Υπάρχουν επιμέρους στοιχεία από πανεπιστήμια και δηλώσεις πρυτάνεων, αλλά δεν υπάρχει ακόμη συγκεντρωτικός εθνικός αριθμός αντίστοιχος με το 7,6% της Πάτρας. Επομένως, θα ήταν αυθαίρετο να πολλαπλασιάσουμε το 7,6% επί των 63.609 εισακτέων και να παρουσιάσουμε το αποτέλεσμα ως «πανελλαδικό». Αυτό θα ήταν εκτίμηση, όχι επίσημο στατιστικό στοιχείο.
Το ζήτημα, πάντως, έχει ήδη ανοίξει δημόσια και προκαλεί συζήτηση για το μέλλον των περιφερειακών πανεπιστημίων. Η «Καθημερινή» χαρακτηρίζει τη μη εγγραφή μια μορφή «διαρροής φοιτητών» που παρατηρείται τα τελευταία χρόνια στα περιφερειακά ΑΕΙ και συνδέει την εξέλιξη κυρίως με την αύξηση του κόστους στέγασης. Σύμφωνα με στοιχεία του Spitogatos Insights που επικαλείται η εφημερίδα, οι φοιτητές στην Αχαΐα εμφανίζονται διατεθειμένοι να καταβάλλουν κατά μέσο όρο περίπου 398 ευρώ τον μήνα για ενοίκιο, ενώ οι φοιτητικές εστίες του Πανεπιστημίου Πατρών διαθέτουν 838 κλίνες.
Ο ίδιος ο πρύτανης αποδίδει το φαινόμενο σε περισσότερους από έναν παράγοντες.
Το κόστος ζωής, τα ενοίκια, οι μετακινήσεις και συνολικά η οικονομική επιβάρυνση μιας οικογένειας που πρέπει να στείλει ένα παιδί σε άλλη πόλη φαίνεται να παίζουν σημαντικό ρόλο. Παράλληλα, ο Χρήστος Μπούρας έχει αναφέρει και τον ανταγωνισμό που δημιουργείται από τη λειτουργία των μη κρατικών πανεπιστημίων.
Η κυβέρνηση, από την πλευρά της, υποστηρίζει ότι έχουν ενισχυθεί σημαντικά τα μέτρα φοιτητικής μέριμνας. Ο υφυπουργός Παιδείας Νίκος Παπαϊωάννου ανέφερε ότι η χρηματοδότηση για το φοιτητικό στεγαστικό επίδομα αυξήθηκε από 41,758 εκατ. ευρώ το 2019 στα 90 εκατ. ευρώ το 2026, ενώ το επίδομα φτάνει τα 2.000 ευρώ για φοιτητές σε περιφερειακά πανεπιστήμια και τα 2.500 ευρώ σε περίπτωση συγκατοίκησης.
Το πρόβλημα, όμως, δεν είναι μόνο οικονομικό. Υπάρχει και το δημογραφικό. Ο Χρήστος Μπούρας εκτιμά ότι ενώ σήμερα υπάρχουν περίπου 70.000 διαθέσιμες θέσεις και περίπου 60.000 εισακτέοι, μέχρι το 2040 ο αριθμός των νέων που θα διεκδικούν θέση στην ανώτατη εκπαίδευση μπορεί να περιοριστεί δραστικά, ακόμη και στις 30.000-32.000. Πρόκειται για εκτίμηση του ίδιου του πρύτανη και όχι για επίσημη πρόβλεψη που πρέπει να αντιμετωπιστεί ως δεδομένο.
Αν αυτή η τάση επιβεβαιωθεί, τότε η συζήτηση για το μέλλον των ελληνικών πανεπιστημίων δεν θα αφορά μόνο τις βάσεις εισαγωγής. Θα αφορά το αν υπάρχουν αρκετοί νέοι για να γεμίσουν τα αμφιθέατρα, αν οι οικογένειες μπορούν να αντέξουν το κόστος σπουδών μακριά από τον τόπο κατοικίας και αν οι περιφερειακές πόλεις μπορούν να παραμείνουν ελκυστικοί φοιτητικοί προορισμοί.
Ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών μιλά ήδη για ανάγκη ενός νέου ακαδημαϊκού χάρτη, με μεγαλύτερη έμφαση στην προσέλκυση ξένων φοιτητών και, ευρύτερα, στην αναδιοργάνωση του συστήματος.
Η φετινή περίπτωση της Πάτρας, λοιπόν, δεν αποδεικνύει ότι 7,6% των επιτυχόντων σε ολόκληρη την Ελλάδα δεν γράφτηκαν στα πανεπιστήμια. Αυτό το πανελλαδικό ποσοστό δεν έχει ακόμη τεκμηριωθεί από επίσημα συγκεντρωτικά στοιχεία. Αποδεικνύει όμως κάτι συγκεκριμένο και μετρήσιμο: σε ένα μεγάλο περιφερειακό πανεπιστήμιο, σχεδόν 8 στους 100 επιτυχόντες δεν έγιναν τελικά πρωτοετείς, ενώ ανάμεσα σε αυτούς βρίσκονται ακόμη και επιτυχόντες της Ιατρικής και των πλέον δημοφιλών πολυτεχνικών σχολών.
Και αυτό είναι ίσως το πιο ηχηρό μήνυμα. Το πρόβλημα των ελληνικών ΑΕΙ δεν αρχίζει πλέον μόνο όταν αδειάζει ένα αμφιθέατρο. Αρχίζει πριν ο φοιτητής περάσει την πόρτα του πανεπιστημίου.
Πολυπαραγοντικό το ζήτημα
Το θέμα είναι πολύ μεγαλύτερο από το «ακριβά ενοίκια». Τα 372 μη εγγεγραμμένα άτομα στο Πανεπιστήμιο Πατρών, περίπου 7,6% των 4.880 επιτυχόντων, δείχνουν ότι η απόσταση ανάμεσα στο «πέρασα» και στο «μπορώ πραγματικά να σπουδάσω εκεί» μεγαλώνει. Και το γεγονός ότι υπάρχουν μη εγγραφές ακόμη και στην Ιατρική και σε ισχυρά πολυτεχνικά τμήματα κάνει την υπόθεση ακόμη πιο ενδιαφέρουσα.
Ο πρώτος και προφανέστερος παράγοντας είναι το συνολικό κόστος φοίτησης μακριά από το σπίτι. Δεν είναι μόνο το ενοίκιο. Είναι ενοίκιο, εγγύηση, ρεύμα, θέρμανση, ίντερνετ, τρόφιμα, μετακινήσεις, εισιτήρια για την επιστροφή στην οικογένεια, καθημερινά έξοδα και εξοπλισμός. Ένα παιδί που περνά σε ένα πανεπιστήμιο της Πάτρας, της Καλαμάτας, της Κομοτηνής ή της Κρήτης μπορεί να χρειάζεται αρκετές χιλιάδες ευρώ τον χρόνο, ακόμη και αν το ίδιο το πανεπιστήμιο δεν έχει δίδακτρα. Ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών συνδέει ευθέως τις μη εγγραφές με τις οικονομικές δυσκολίες, το κόστος στέγασης και μετακίνησης.
Υπάρχει όμως ένας δεύτερος παράγοντας που συχνά κρύβεται πίσω από τον αριθμό: η οικογενειακή οικονομική κατάσταση μπορεί να έχει αλλάξει μετά τις Πανελλαδικές. Το μηχανογραφικό κατατίθεται μήνες πριν από την έναρξη της φοίτησης. Μια οικογένεια μπορεί τον Ιούλιο να δηλώσει ότι «θα τα καταφέρουμε» και τον Σεπτέμβριο να διαπιστώσει ότι δεν βγαίνει ο λογαριασμός. Απώλεια εισοδήματος, ανεργία, αύξηση ενοικίου, δεύτερο παιδί που σπουδάζει, δάνειο ή άλλες υποχρεώσεις μπορούν να μετατρέψουν μια θεωρητικά εξασφαλισμένη θέση σε πρακτικά αδύνατη επιλογή. Αυτό είναι εύλογη κοινωνικοοικονομική ερμηνεία του φαινομένου, όχι κάτι που έχει καταγραφεί ως αιτία για κάθε έναν από τους 372 φοιτητές.
Ένας τρίτος παράγοντας είναι η απόσταση από τον τόπο κατοικίας. Η ελληνική ανώτατη εκπαίδευση έχει δημιουργήσει ένα δίκτυο πανεπιστημίων σε ολόκληρη τη χώρα, όμως αυτό σημαίνει ότι πολλές οικογένειες καλούνται να χρηματοδοτήσουν μια δεύτερη κατοικία. Για έναν φοιτητή από την Αθήνα, η Πάτρα μπορεί να είναι σχετικά κοντά. Για έναν φοιτητή από τη Βόρεια Ελλάδα, την Κρήτη ή τα νησιά, όμως, το κόστος και ο χρόνος μετακίνησης αυξάνονται. Η λύση «μένω σπίτι και πηγαινοέρχομαι» δεν είναι πάντοτε ρεαλιστική, ενώ η εξ αποστάσεως παρακολούθηση δεν μπορεί να υποκαταστήσει όλες τις μορφές πανεπιστημιακής φοίτησης.
Εδώ μπαίνει και ένας ιδιαίτερα ενδιαφέρων παράγοντας: η δυνατότητα να σπουδάσει κάποιος χωρίς να εγκαταλείψει την οικογενειακή του βάση. Η ακριβή στέγη μπορεί να αλλάξει την προτίμηση μιας οικογένειας από ένα περιφερειακό ΑΕΙ προς ένα ίδρυμα που βρίσκεται στον τόπο κατοικίας της. Δεν σημαίνει ότι ο φοιτητής δεν θέλει τη συγκεκριμένη σχολή. Μπορεί απλώς να μην μπορεί να πληρώσει την πόλη στην οποία βρίσκεται.
Υπάρχει επίσης η προσδοκία μετεγγραφής. Εδώ χρειάζεται προσοχή, γιατί δεν μπορούμε να γνωρίζουμε πόσοι από τους 372 δεν γράφτηκαν επειδή περίμεναν μετεγγραφή. Το σύστημα μετεγγραφών του Υπουργείου Παιδείας προβλέπει συγκεκριμένες κατηγορίες, οικονομικά και κοινωνικά κριτήρια, ειδικές κατηγορίες και διαδικασίες για αδέλφια φοιτητές. Μια οικογένεια μπορεί να αντιμετωπίζει την αρχική εισαγωγή σε άλλη πόλη ως προσωρινή κατάσταση, γνωρίζοντας ότι θα επιχειρήσει μετακίνηση σε ίδρυμα που βρίσκεται κοντύτερα στον τόπο κατοικίας. Αυτό μπορεί να επηρεάζει τις αποφάσεις, αλλά δεν έχουμε στοιχεία για να το ποσοτικοποιήσουμε.
Ένας έκτος παράγοντας είναι η αλλαγή των επιλογών των ίδιων των νέων. Το πανεπιστήμιο δεν είναι πλέον η μοναδική διαδρομή προς μια επαγγελματική καριέρα. Υπάρχουν ιδιωτικά κολλέγια, μη κρατικά πανεπιστήμια, επαγγελματική κατάρτιση, ΣΑΕΚ, σπουδές στο εξωτερικό, εξειδικευμένα προγράμματα και φυσικά η αγορά εργασίας. Η λειτουργία των μη κρατικών πανεπιστημίων αποτελεί παράγοντα που ο ίδιος ο πρύτανης του Πανεπιστημίου Πατρών εντάσσει στην εξήγηση του φαινομένου.
Και εδώ υπάρχει κάτι που αξίζει ιδιαίτερη διερεύνηση: μήπως ένα μέρος των επιτυχόντων δεν «χάνεται», αλλά κατευθύνεται αλλού; Ένας νέος που πέρασε σε ένα τμήμα μηχανικών μπορεί να επιλέξει ένα διαφορετικό πρόγραμμα σπουδών, ακόμη και εκτός Ελλάδας. Ένας άλλος μπορεί να προτιμήσει μια σχολή στον τόπο κατοικίας του. Επομένως, η λέξη «δεν γράφτηκε» δεν σημαίνει αυτομάτως «εγκατέλειψε τις σπουδές». Σημαίνει ότι δεν ενεργοποίησε τη συγκεκριμένη θέση στο συγκεκριμένο ΑΕΙ.
Υπάρχει ακόμη ο παράγοντας της αντίληψης για την ποιότητα και τις επαγγελματικές προοπτικές κάθε τμήματος. Οι Πανελλαδικές εξακολουθούν να καθορίζουν σε μεγάλο βαθμό τη διαδρομή ενός 18χρονου, όμως το γεγονός ότι κάποιος πέτυχε σε ένα τμήμα δεν σημαίνει απαραίτητα ότι αυτό ήταν και η πρώτη του επιλογή. Σε ορισμένες περιπτώσεις, η εισαγωγή μπορεί να είναι αποτέλεσμα συμβιβασμού του μηχανογραφικού. Αν στη συνέχεια η οικογένεια διαπιστώσει ότι το κόστος είναι μεγάλο και το αντικείμενο δεν αποτελεί πραγματική προτεραιότητα του φοιτητή, η εγγραφή μπορεί να μην πραγματοποιηθεί.
Στην περίπτωση της Πάτρας υπάρχει και ένας πολύ βαθύτερος παράγοντας: το δημογραφικό. Ο Χρήστος Μπούρας εκτιμά ότι ο αριθμός των νέων που θα εισέρχονται στην ανώτατη εκπαίδευση μπορεί να μειωθεί δραστικά έως το 2040, ενώ σήμερα οι διαθέσιμες θέσεις είναι περίπου 70.000 και οι εισακτέοι περίπου 60.000. Ο ίδιος εκτιμά ότι ο αριθμός των νέων φοιτητών θα μπορούσε να υποχωρήσει στις 30.000-32.000. Πρόκειται για εκτίμηση του πρύτανη και όχι για επίσημη πρόβλεψη που πρέπει να αντιμετωπίζεται ως βέβαιο μέλλον.
Αυτό δημιουργεί έναν φαύλο κύκλο. Λιγότεροι νέοι σημαίνει μικρότερη ζήτηση. Μικρότερη ζήτηση σημαίνει μεγαλύτερος ανταγωνισμός μεταξύ των πανεπιστημίων για φοιτητές. Και όταν τα περιφερειακά ΑΕΙ πρέπει να ανταγωνιστούν όχι μόνο άλλα ΑΕΙ αλλά και το κόστος ζωής, τότε το πρόβλημα παύει να είναι αποκλειστικά ακαδημαϊκό. Γίνεται πρόβλημα πόλης.
Τι μπορεί να γίνει;
Η πρώτη λύση είναι προφανής αλλά δύσκολη: φθηνή φοιτητική στέγη. Όχι μόνο περισσότερες εστίες, αλλά πραγματικά πολλές, αξιοπρεπείς και οικονομικά προσβάσιμες κατοικίες. Η πολιτεία θα μπορούσε να αξιοποιήσει δημόσια και δημοτική περιουσία για οργανωμένες φοιτητικές κατοικίες, ενώ οι δήμοι και τα πανεπιστήμια θα μπορούσαν να δημιουργήσουν συμφωνίες με ιδιοκτήτες για μακροχρόνια μίσθωση κατοικιών με ελεγχόμενο κόστος. Η σημερινή λύση «πάρε ένα στεγαστικό επίδομα και βρες μόνος σου σπίτι» δεν αντιμετωπίζει την έλλειψη διαθέσιμων κατοικιών.
Η δεύτερη λύση είναι μετακίνηση με πραγματικά φοιτητικό κόστος. Η Πάτρα, για παράδειγμα, έχει ήδη διασύνδεση με Αθήνα και άλλες πόλεις, αλλά για μια οικογένεια που πληρώνει συχνά εισιτήρια για να επιστρέφει το παιδί στο σπίτι, το ποσό δεν είναι αμελητέο. Χρειάζονται σταθερές εκπτώσεις και ειδικές συμφωνίες για φοιτητές, ιδιαίτερα στις μεγάλες αποστάσεις.
Τρίτη λύση είναι η ενίσχυση της σίτισης. Η δωρεάν ή πολύ χαμηλού κόστους σίτιση δεν είναι κοινωνική πολυτέλεια. Είναι μέτρο που μειώνει άμεσα το πραγματικό κόστος φοίτησης. Το Πανεπιστήμιο Πατρών ήδη αναφέρει τη δωρεάν σίτιση ως μέρος της φοιτητικής μέριμνας.
Τέταρτη λύση είναι να υπάρξει έγκαιρη καταγραφή του πραγματικού λόγου κάθε μη εγγραφής. Αυτό ίσως είναι το πιο απλό και ταυτόχρονα το πιο χρήσιμο μέτρο. Όταν ένας επιτυχών δεν εγγράφεται, το πανεπιστήμιο θα μπορούσε, με ανώνυμη διαδικασία, να καταγράφει αν ο λόγος ήταν οικονομικός, στέγαση, μετεγγραφή, άλλη σχολή, ιδιωτικό πανεπιστήμιο, εξωτερικό, εργασία ή προσωπικός λόγος. Τότε, αντί να μιλάμε γενικά για «400 φοιτητές που χάθηκαν», θα ξέρουμε πού ακριβώς χάνεται ο καθένας.
Και υπάρχει ακόμη μία λύση που αφορά την ίδια την πολιτεία: να σταματήσει να αντιμετωπίζει τον αριθμό των εισακτέων σαν ανεξάρτητο μέγεθος από τη δημογραφία. Αν η Ελλάδα οδηγείται σε πολύ μικρότερες ηλικιακές ομάδες, το ερώτημα δεν είναι απλώς πόσα τμήματα έχουμε. Είναι πόσα τμήματα μπορούμε να διατηρούμε με υψηλή ποιότητα, επαρκές προσωπικό, υποδομές και πραγματική ζήτηση.
Το πιο σημαντικό, όμως, είναι να μην παρερμηνευθεί η περίπτωση της Πάτρας. Δεν αποδεικνύει ότι οι νέοι εγκαταλείπουν μαζικά την ανώτατη εκπαίδευση. Αποδεικνύει ότι ένα μέρος των επιτυχόντων δεν μπορεί ή δεν επιλέγει να μετατρέψει την επιτυχία των Πανελλαδικών σε πραγματική φοίτηση στο συγκεκριμένο πανεπιστήμιο. Και αυτό είναι διαφορετικό πράγμα.
Η ουσία είναι πολύ πιο σκληρή: στη σημερινή Ελλάδα, το «πέρασα στο πανεπιστήμιο» δεν σημαίνει πάντοτε «μπορώ να πάω στο πανεπιστήμιο». Για μια οικογένεια, η απόσταση των 200 ή 300 χιλιομέτρων μπορεί να μεταφράζεται σε εκατοντάδες ευρώ κάθε μήνα. Και όταν το οικογενειακό εισόδημα δεν ακολουθεί το κόστος ζωής, η πανεπιστημιακή θέση μπορεί να υπάρχει στα χαρτιά, αλλά να παραμένει απρόσιτη στην πράξη.
Αυτό είναι το πραγματικό ερώτημα που ανοίγει η υπόθεση της Πάτρας: πόσοι νέοι στην Ελλάδα χάνουν όχι την ευκαιρία να σπουδάσουν, αλλά την ευκαιρία να σπουδάσουν εκεί όπου πέτυχαν; Για να απαντηθεί, χρειάζεται πλέον επίσημη πανελλαδική καταγραφή των μη εγγραφών ανά πανεπιστήμιο και κυρίως των λόγων τους. Χωρίς αυτήν, κάθε πανελλαδικό συμπέρασμα παραμένει περισσότερο υπόθεση παρά στατιστική.
